ενώνω


ενώνω
[эноно] р. соединять, объединять.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ενώνω" в других словарях:

  • ενώνω — ενώνω, ένωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ενώνω — (AM ἑνῶ, όω) 1. από δύο ή περισσότερα απαρτίζω ένα, συναρμολογώ, συνδέω, συναρμόζω 2. (για στρατεύματα) συντάσσομαι με κάποιον για κάποιο σκοπό («πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ ακολουθεί», Δ. Σολωμός) 3. χημ. παρασκευάζω από δύο ή… …   Dictionary of Greek

  • ενώνω — ένωσα, ενώθηκα, ενωμένος 1. μτβ., από δύο ή περισσότερα κάνω ένα σύνολο, ενοποιώ, συγχωνεύω: Το υδρογόνο ενώνεται με το οξυγόνο και σχηματίζει νερό. 2. συνδέω: Τους ενώνει κοινή ιδεολογία. – Η γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες. 3. συναρμόζω, συνάπτω:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επανασυνδέω — ενώνω ξανά, ξαναδένω, ξανασυνδέω πρόσωπα ή πράγματα ή καταστάσεις που είχαν διαλυθεί ή αποχωριστεί …   Dictionary of Greek

  • ζυγώνω — (Μ ζυγῶ, όω, Μ και ζυγώνω) 1. τοποθετώ κάτω από ζυγό, συνάπτω, συνδέω, ενώνω, συναρμόζω («ζυγώνει τις δύο άκρες και έπειτα τίς ράβει») 2. μτφ. υποτάσσω, υποδουλώνω, δαμάζω κάποιον νεοελλ. 1. (για χρονικές εποχές, εορτές ή γεγονότα) πλησιάζω,… …   Dictionary of Greek

  • προσζεύγνυμι — Α 1. συνάπτω στον ζυγό, ενώνω με ζυγό κάτι με κάτι άλλο («προσζεύγνυμι τὸ ἄροτρον», Πορφ.) 2. συνδέω, συναρμόζω (α. «τή ὕλῃ τὸν τεχνίτην προσέζευξεν», Πλούτ. β. «ἡ τὸ πηδάλιον προσέζευκται», Αριστοτ.) 3. παθ. προσζεύγνυμαι συνέχομαι, συνορεύω («ἡ …   Dictionary of Greek

  • συγκαταμείγνυμι — και συγκαταμίγνυμι Α ενώνω, συνενώνω, αναμιγνύω (α. «χάριτας Μούσαις συγκαταμειγνύς», Ευρ. β. «ὠδαῑς καὶ θαλίαις τὴν ψυχὴν συγκαταμειγνύναι», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταμείγνυμι «ενώνω, αναμιγνύω»] …   Dictionary of Greek

  • συναρμόζω — ΝΜΑ, και αττ. τ. συναρμόττω Α συνδέω επιμέρους τμήματα προκειμένου να συγκροτήσω ένα αρμονικό και ενιαίο σύνολο, συναρμολογώ («ὀλόμενον σκάφος συναρμόσας ὁ Πριαμίδας», Ευρ.) νεοελλ. (κατ επέκτ.) κάνω στέρεη σύνδεση, στερεώνω μσν. μέσ.… …   Dictionary of Greek

  • συσσωματώνω — συσσωμάτωσα, συσσωματώθηκα, συσσωματωμένος 1. ενώνω στενά σε ένα σώμα. 2. ενώνω ανθρώπους σε στενή συνεργασία για κάποιο σκοπό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ένωση — η (AM ἕνωσις) η ενέργεια τού ενώνω, η σύνδεση ή συγχώνευση τμημάτων σε ένα, σύζευξη νεοελλ. 1. συνεργασία («η ισχύς εν τη ενώσει») 2. οργάνωση συνεργασίας προσώπων, σωματείων, επιχειρήσεων, κρατών («ένωση υπαλλήλων», «Ένωση Σοβιετικών… …   Dictionary of Greek